Αυτοί, λοιπόν, οι ήρωες του βουνού και της στάνης, όπως θα έλεγε και ο Κώστας Κρυστάλλης, κράτησαν όρθια και αγνή την ομηρική παράδοση της κτηνοτροφίας συνεχώς ως «πιστικοί» (από τη μυκηναϊκή λέξη «πάτα»), ως νομάδες, έως το 1860, ως ξωμάχοι έως το 1960. Σε όλη αυτή την περίοδο στη χώρα μας ο αγροτικός πληθυσμός αντιστοιχούσε στο 50% περίπου του συνολικού πληθυσμού και όλοι σχεδόν απασχολούνταν στον αγροκτηνοτροφικό τομέα. Κάθε νοικοκυριό ( πάνω από 3.000.000) είχε, στα μικρά και μεγάλα κεφαλοχώρια, τουλάχιστον ένα κοπάδι από 500-1000 αιγοπρόβατα, τα οποία έβοσκαν ελεύθερα αποκλειστικά στα δάση. Έτσι, εκτιμάται ότι τότε στο χωριό μου (2.000 περίπου κάτοικοι, έναντι 400 σήμερα!) όλα σχεδόν τα νοικοκυριά (πάνω από 400!) είχαν πάνω από 400.000 κεφάλια (κυρίως γίδια). Σε ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό εκτιμάται ότι σε κάθε νοικοκυριό αντιστοιχούσαν πάνω από 1.000 γίδια, ενώ σήμερα μόνο … μισή (γίδα)!!! Το 2019 τα γίδια που υπήρχαν κυρίως κατεσπαρμένα σε ορεινούς της χώρας μας ανέρχονταν σε 3.600.000 κεφάλια, έναντι 4.200.000 δέκα χρόνια νωρίτερα )2009!)

Τεράστια η συμβολή στην οικονομία και στην προστασία των δασών
Αυτή η απασχόληση τότε του μισού σχεδόν πληθυσμού της χώρας στον πρωτογενή τομέα είχε, πέρα από τη συμβολή στην προστασία των δασών, όπως θα αναφέρω στη συνέχεια, σημαντική συμμετοχή στην οικονομική ανάπτυξη καθώς συμμετείχε στη διαμόρφωση του ΑΕΠ κατά 30% περίπου, έναντι μόλις 15% του δευτερογενούς τομέα! Αυτή η τεράστια συμβολή στην απασχόληση και την οικονομική μεγέθυνση έβαινε συνεχώς μειούμενη μετά το 1960 καθώς το 1976 συρρικνώθηκε στο 12,1%, το 2007 στο 3,4% και σήμερα σχεδόν στο μηδέν!

Αυτή, λοιπόν, η γίδα, η οποία ετέθη υπό απηνή διωγμόν κυρίως μετά το 1965 για να εγκαταλείψουν οι αιγοπροβατοτρόφοι τα χωριά τους και να έρθουν στην πρωτεύουσα να διορισθούν στις αμέτρητες ζημιογόνες δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς ως «φύλακες» και «κλητήρες», μάς εκδικήθηκε! Διότι, τότε, όταν τα χιλιάδες κύπρια αχολογούσαν στα ελληνικά δάση και εκατοντάδες χιλιάδες βοσκοί βρίσκονταν νύχτα – μέρα κοντά στα κοπάδια τους, κατασκεύαζαν μέσα στα δάση μαντριά και αχυροκαλύβες, άναβαν φωτιά για να βράσουν το γάλα, άναβαν το τσιγάρο με τη φωτιά του φυτιλιού που έβγαζε το τσακμάκι τους, δεν είχε εκδηλωθεί καμιά πυρκαγιά. Διότι εκεί ήταν οι φύλακες βοσκοί, που θεωρούσαν τους καταπράσινους λόφους και τις όμορφες ρεματιές και λαγκαδιές σπίτι τους. Κι ας τολμούσε κανείς να σκεφτεί να γίνει εμπρηστής! Τότε, τα δάση ήταν γεμάτα από κοπάδια με τους τσοπαναραίους, τα οποία συνόδευαν μεγάλα βλάχικα τσοπανόσκυλα, που κυκλοφορούσαν άλλα ανάμεσα στα κοπάδια, άλλα μπροστά και άλλα πίσω. Αχολογούσαν τα λακκώματα και οι πλαγιές από τα κουδούνια, τα κύπρια και τα βελάσματα, τις φλογέρες και τα τουφεκίσματα. Και ο φόβος φύλαγε τα έρμα. Κι ας μην ξεχνάμε και τους «μιαρούς» χωροφύλακες και αγροφύλακες, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί οι άγρυπνοι προστάτες και φύλακες σπιτιών, μαντριών, κονακιών, δασών και αγρών, οι οποίοι καταργήθηκαν για τους γνωστούς «δημοκρατικούς» λόγους!
Μια ανάγλυφη εικόνα από πρώτο χέρι παρουσιάζει ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, σε σχετικό ποίημά του, όπου στα δάση οι βοσκοί άναβαν λαμπερές φωτιές, αλλά δεν είχε εκδηλωθεί καμιά πυρκαγιά:
«Τι να΄ναι η λαμπερή φωτιά μεσ΄ στο βουνό το πέρα
που πότε, πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται;
Αυτήν την ώρα οι μπιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν.
Βόσκουν αυτά με τη δροσιά και με το κρύο της νύχτας,
σε γούπατον, σε λαγκαδιά και σ΄όχτους απλωμένα.
Γλυκός, γλυκός αντίλαλος χύνεται απ΄τα κουδούνια.
Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει,
κάποτε σκύλου βάβυσμα, βαθιά – βαθιά γροικιέται
μέσ΄στη μαυρίλα την πυκνή. Κι από τες στάνες γύρα
οι μπιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους,
σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα.
Και μεσ΄στην πύρα της φωτιάς, στη μυρωδιά του κέδρου,
καθένας λέει τα λόγια του. Κι άλλος για αγάπες λέγει».
Αυτές οι σκηνές από τη νομαδική –ποιμενική ζωή των προγόνων μας έχουν τις ρίζες τους στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά δεν εκδηλώνονταν πυρκαγιές από πευκοβελόνες, ούτε καταστρέφονταν τα δάση από τη «βόσκηση», από τη … γίδα! Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Οιδίπους τύραννος»( στίχοι 1133 – 1139) παρουσιάζει έντονα τις μετακινήσεις των αρχαίων Ελλήνων βοσκών από και προς τα βουνά:
«Γιατί καλά ξέρω
ότι σίγουρα θυμάται, όταν στον Κιθαιρώνα,
αυτός με δύο κοπάδια, με ένα εγώ,
οι δυό μας σμίγαμε ολάκερα τρία εξάμηνα,
απ΄ την άνοιξη έως τον καιρό που βγαίνει ο αρκτούρος (κατά το Σεπτέμβριο).
Κι όταν ο χειμώνας ζύγωνε, εγώ τραβούσα για τα χειμαδιά μου
κι αυτός για του Λαϊου τα μαντριά»

Ύστερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η παρεξημένη γίδα ήταν και ο καλύτερος προστάτης και συντηρητής του δάσους, καθώς το καθάριζε από όλα τα χόρτα, τους θάμνους (πουρνάρια, σκίνοι, ασφάκες κλπ) και με άνετα μονοπάτια που δημιουργούσαν από τις μόνιμες διαδρομές προκαλούσαν αερισμό και καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης των δέντρων. Επίσης, όλα τα ξερόκλαδα , μαζεύονταν από τους βοσκούς ή τις νοικοκυρές, τα οποία με τα ζώα ή στον ώμο τα μετέφεραν στα σπίτια τους για τους φούρνους. Μάλιστα, η παρεξήγηση για τον διωγμό της γίδας έφτανε στο σημείο να λένε οι διώκτες της ότι καταστρέφουν τα δάση με τη βόσκηση σε περιοχές που αναδασώνονται από μόνες του μετά τις πυρκαγιές! Ουδέν αναληθέστερον πάλι. Διότι, όταν υπήρχε η γίδα στα δάση δεν εκδηλώνονταν πυρκαγιές και, συνεπώς, δεν βοσκούσαν σε αναδασωμένες περιοχές, διότι απλώς δεν υπήρχαν…

ΠΗΓΗ!https://sinidisi.gr/pyrkagies-katara-tis-diogmenis-gidas-arthro/,https://www.facebook.com/ZoiStoHorio/photos/pcb.1679908032042685/1679883255378496/?type=3&theater https://polythea-aspropotamoy.blogspot.com/2012/07/blog-post_09.html ,youtube.com